«Ο Γλάρος» του Α. Τσέχοφ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 2018

Χαρακτηριστική της σκηνικής γραφής του σκηνοθέτη οπτική, ενδιαφέρουσα, εύρυθμη αλλά ετεροβαρής, πάνω σε ένα εμβληματικό έργο για τον έρωτα, την τέχνη και τις ματαιώσεις της ζωής.

Εξαρχής, όταν η Άννα Καλαϊτζίδου (Μάσα) και ο Δημήτρης Μπίτος (Μεντβεντένγκο) παρουσιάζονται στο προσκήνιο, με κλειστή αυλαία και ανοιχτά φώτα, εκτελώντας έναν ενδιάμεσο ρόλο μεταξύ δραματικού και πραγματικού προσώπου, ο Γιάννης Χουβαρδάς συστήνει εύστοχα και άμεσα την ανάγνωση που πρόκειται να ακολουθήσει και την οποία θα εφαρμόσει με συνέπεια μέχρι τέλους. Η παράστασή του στηρίζεται στο μοτίβο της θεατρικότητας, μιας ιδέας που θέλει τη ζωή να βιώνεται σαν θεατρική πράξη, ενώ αποδίδει τα δραματικά πρόσωπα ως έναν κωμικοτραγικό «θίασο» πρωταγωνιστών και κομπάρσων.

Το έργο φυσικά είναι που προσφέρει την πρώτη ύλη γι’ αυτήν την ανάγνωση, καθώς φέρνει στο επίκεντρο το θέμα της αγωνίας του καλλιτέχνη για την ίδια του την τέχνη, έτσι όπως την εκφράζει η ομάδα των βασικών δραματικών προσώπων, που όλα τους σχετίζονται με κάποιον τρόπο με το θέατρο: η καταξιωμένη αλλά στη δύση της ηθοποιός Αρκάντινα, ο διάσημος συγγραφέας και σύντροφός της Τριγκόριν, ο φιλόδοξος γιος­ της Τρέπλιεφ, που επιθυμεί να φέρει νέες φόρμες με τη γραφή του, η νεαρή Νίνα που θέλει να γίνει ηθοποιός. Ταυτόχρονα, βέβαια, πρόκειται για ερωτευμένα πρόσωπα χωρίς ανταπόκριση, καθώς ο ασύμπτωτος έρωτας εμφανίζεται κι εδώ ως σταθερό μοτίβο της τσεχοφικής δραματουργίας.

Η στα όρια του «κωμικού» υπαρξιακή απόγνωση και καλλιτεχνική αγωνία των ηρώων εντείνεται στη σκηνοθεσία του Χουβαρδά, που εστιάζει επιμελώς στην αφαίρεση κάθε είδους «ατμόσφαιρας», σκιτσάρει τις ερμηνείες με εμφανή περιγράμματα και χωρίς ψυχολογικές αποχρώσεις και «ποιότητες», εκμεταλλεύεται την όψη (κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη) προς υπονόμευση των όσων δραματικών λέγονται (επιλογή που δεν εμποδίζει πάντως την ιστορία να ακουστεί). Ειδικά από τον αποχαιρετισμό της Αρκάντινα και του Τριγκόριν και μετά, που αποδίδεται με απολύτως θεατράλε ύφος, οι ήρωες επιφορτίζονται ακόμη περισσότερο με την ιδιότητα και την όψη ενός συνόλου γκροτέσκο, κωμικών ανθρώπων.

Τα παραπάνω έχουν όμως αντίκτυπο στην ποίηση του κειμένου, που κατά κανόνα χάνεται. αν και την αναπληρώνει σε κάποιο βαθμό η σκηνογραφική ιδέα της διάφανης κουρτίνας που χωρίζει οριζοντίως τη σκηνή και γίνεται με την κίνηση, το θρόισμα και τις αντανακλάσεις του φωτός επάνω της μια ευφάνταστη, ιδιαίτερης λειτουργικότητας λίμνη γύρω από την οποία συγκεντρώνεται η δράση (σκηνικά: Εύα Μανιδάκη). Έπειτα οι ήρωες, ενώ υπαινίσσονται το δραματικό επίπεδο που χρειάζεται­ το έργο –ευτυχώς όχι μέσα από μελοδραματικές αναγνώσεις, αλλά κυρίως με τη θεατρικότατη εμφάνισή τους–, δίνουν την εντύπωση ότι έχουν υποστεί μια ισοπέδωση, ότι πρόκειται για υπερφίαλα ανθρωπάκια χωρίς βάθος και συναισθήματα, κάτι που σίγουρα δεν δικαιολογεί η γραφή του Τσέχοφ.

Γι’ αυτό ευθύνεται προφανώς η επιλογή του σκηνοθέτη να λειτουργήσει επιλεκτικά, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το έτερο βασικό θέμα του έργου, αυτό των ανεκπλήρωτων, ασύμπτωτων ερώτων, και να μη δώσει ιδιαίτερο χώρο στις σχέσεις να αναπτυχθούν σε βάθος. Σε αυτό το πλαίσιο η σχέση της Νίνας και του Τρέπλιεφ δεν δουλεύεται επαρκώς και ξενίζει η σκηνή του αποχωρισμού τους, η κατάληξή της, δε, δεν επιδρά ιδιαίτερα στον θεατή, ούτε η αυτοκτονία του Κόστια καταφέρνει να δικαιολογηθεί ως κορύφωση των απανωτών πληγμάτων που έχει δεχτεί ως φιλόδοξος συγγραφέας (κι ερωτευμένος).

Ίσως γι’ αυτό ο «Γλάρος» καταλήγει να είναι μία από τις ελάχιστες παραστάσεις του Χουβαρδά που, παρά το εξαιρετικό καστ, οι ηθοποιοί δίνουν την εντύπωση ότι παίζουν χωρίς κάποια καθοδήγηση για το ποιοι­ είναι οι ρόλοι τους. Με αυτό ως δεδομένο και, ενώ όλες οι ερμηνείες είναι καλές, ουσιαστικά ανταποκρίνονται στο ζητούμενο της σκηνοθεσίας που επικεντρώνεται σε εξωτερικά περιγράμματα. Για παράδειγμα, η εξαιρετική κατά τ’ άλλα Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δημιουργεί μια Αρκάντινα που φαίνεται να εστιάζει μόνο στη ματαιοδοξία της αναγνωρισμένης ηθοποιού, όπως και ο Ακύλλας Καραζήσης στο ρόλο του Τριγκόριν. Ο Τρέπ­λιεφ του Νίκου Κουρή είναι θολός, ενώ η Άννα Καλαϊτζίδου μοιάζει αδούλευτη στον ρόλο της Μάσας που ασφυκτιά από την επιλογή της να παντρευτεί τον Μεντβεντένγκο. Η Άλκηστις Πουλοπούλου (Νίνα) είναι ίσως η μόνη που ερμηνεύει με έγνοια να δείξει την πορεία της ηρωίδας της, από τη φρέσκια, νεαρή κοπέλα της πρώτης πράξης στην τσακισμένη, αποτυχημένη ηθοποιό της τελευταίας.


Πρώτη δημοσίευση: «Αθηνόραμα», 4/01/2018

http://www.athinorama.gr/theatre/article/o_glaros-2525848.html