«Ο Βυσσινόκηπος» του Α. Τσέχοφ στο Θέατρο Δημήτρης Χορν, 2018

Ο Μαρκουλάκης μοιάζει να λειτουργεί ως μαέστρος ή θαυματοποιός, με αποτέλεσμα μια ενορχηστρωμένη παράσταση που κινείται αέρινα στο τέμπο της μουσικής κι ένα έργο τέχνης που βρίσκεται κάπου μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης.

Σκηνοθετώντας το τσεχοφικό αριστούργημα, ο Μαρκουλάκης μοιάζει να λειτουργεί ως μαέστρος ή θαυματοποιός, καθώς το αποτέλεσμα είναι μια ενορχηστρωμένη παράσταση που κινείται αέρινα στο τέμπο της μουσικής αλλά κι ένα έργο τέχνης που βρίσκεται κάπου μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης.

Eνα «λάθος» θα μπορούσε να προσάψει κάποιος στον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη: ότι μένει τόσο δυνατά προσκολλημένος στο έργο και στην ατμόσφαιρά του, που αποφεύγει ή παραλείπει μια ευρύτερη ανάγνωση. Όταν όμως ο θεατής βγει έξω από το μαγευτικό σύμπαν που ξετυλίγεται επί σκηνής, θα συνειδητοποιήσει πως αυτός ο «Βυσσινόκηπος» δεν μιλάει για το τότε, ούτε βέβαια για το τώρα. Μιλάει για το «πάντα».

Η ιστορία του χαμένου λόγω χρεών υποστατικού και του πανέμορφου βυσσινόκηπου που θα κοπεί για να μοιραστεί σε οικόπεδα προς ενοικίαση είναι γνωστή· επίσης συχνά επισημαίνεται η λειτουργία του έργου ως δραματουργικού ορόσημου μιας μεταβατικής εποχής –από το 19ο στον 20ό αιώνα–, στο οποίο ο συγγραφέας κινεί με τη μοναδική του δεξιοτεχνία τα πρόσωπα που ζουν αυτήν τη μετάβαση, άλλα αρνούμενα να την αποδεχτούν και άλλα έτοιμα να αδράξουν τις νέες ευκαιρίες που γεννάει. Κέντρο βάρους της παράστασης αποτελεί η συνεχής αναφορά στο συμβολισμό της παιδικής ηλικίας ως παρηγορητικού καταφύγιου, που λειτουργεί βέβαια και ως τροχοπέδη για την ουσιαστική ενηλικίωση όταν οι άνθρωποι ζουν στο εδώ της εποχής τους.

Και τι ωραία μεταφράζεται αυτή η ιδέα επί σκηνής, καθώς η δράση τοποθετείται εξολοκλήρου στο παιδικό δωμάτιο της Λιουμπόφ, όπου δεσπόζει ένα υφασμάτινο παιδικό σπιτάκι (ακόμη μία κρυψώνα από την πραγματικότητα!), οι διαστάσεις των αντικειμένων μάς κλείνουν το μάτι (ένας τεράστιος αρκούδος δίπλα στις μικροσκοπικές παιδικές καρέκλες), ενώ τα πρόσωπα στο χορό της τρίτης πράξης φορούν κοστούμια ηρώων παραμυθιών, σε μια σπαρακτική σκηνή δοσμένη πάνω στο ρυθμό ενός βαλς.

Αυτό το τόσο ωραίο σκηνικό σύμπαν, το οποίο έχει δημιουργήσει ο σκηνοθέτης από κοινού με τον Μίνωα Μάτσα στη μουσική, την Κική Μπάκα στις χορογραφίες, τον Αλέκο Γιάνναρο στους φωτισμούς, την Αθανασία Σμαραγδή στα σκηνικά και τη Μαρία Κοντοδήμα στα κοστούμια (μόνη αντίρρηση η κάπως πολυτελής όψη τους), δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά διεισδύει στο βάθος της τσεχοφικής γραφής. Συνεχής υπονόμευση του δραματικού με κωμικές νότες, εναλλαγές της σκηνικής θερμοκρασίας, μουσική που αποτυπώνει ένα διαρκές αίσθημα χαρμολύπης, ανάγνωση των χαρακτήρων με τη διαύγεια και την τρυφερότητα που τους έχει ενσταλάξει ο συγγραφέας κι εξαιρετικός ρυθμός, με την κάθε σκηνή να σβήνει αφού έχει εισβάλει η επόμενη.

Η παράσταση, χωρίς να προτείνει κάποια κραυγαλέα διατυπωμένη «ερμηνεία» επί του έργου, εστιάζει στο να το φωτίσει κατά το δυνατόν πληρέστερα. Δεν μπορώ να ανακαλέσω π.χ. άλλη παράσταση από αυτές που έχω δει όπου να αποκτά νόημα η υπονομευτική παρουσία της Σαρλότας (Αθηνά Μαξίμου), που διαρρηγνύει με τα μαγικά της κόλπα έναν πραγματιστικό κόσμο. Ή πόσο σπάνιες είναι οι φορές που το φινάλε του έργου μάς βρήκε συνοδοιπόρους στη λαχτάρα της Άνιας για τη νέα ζωή και όχι απλώς αποκαρδιωμένους από τον ήχο του τσεκουριού στα δέντρα.

Η κάθε άλλο παρά μονοδιάστατη ανάγνωση των ρόλων και μαζί οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι κομβικές για το αποτέλεσμα και, βέβαια, δεν μπορούμε παρά να επαινέσουμε το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωταγωνιστικό σύνολο και όχι με μια πρωταγωνίστρια γύρω από την οποία περιστρέφονται οι υπόλοιποι. Η Λιουμπόφ της Θέμιδας Μπαζάκα είναι περισσότερο ένα παιδί κλεισμένο σε σώμα γυναίκας, ένα κορίτσι που δεν μεγάλωσε, παρά μια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα. Δίπλα της στέκεται ο ημιπαραιτημένος αδερφός της Γκάγεφ του Γιάννη Κότσιφα και απέναντί τους η νέα γενιά, με την αισιοδοξία της Άνιας (Σίσσυ Τουμάση) και τη φλογερή ορμή του Τροφίμοφ (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος), του μελλοντικού διανοούμενου που πιστεύει πως ένα καλύτερο μέλλον είναι εφικτό. Όλοι, από τον συγκινητικό Φιρς, κομμάτι μιας κατά πολύ περασμένης εποχής που εντάσσεται και δεν εντάσσεται στο εδώ και τώρα (Γιώργος Μπινιάρης), μέχρι τους «μικρότερους» ρόλους (Γεωργιάννα Νταλάρα-Ντουνιάσα, Τάσος Δημητρόπουλος-Γεπιχόντοφ, Γιάννης Στόλας-Πίσικ, Γιάννης Γιαννούλης-Γιάσα) συμβάλλουν στο σύνολο.

Δεν γίνεται όμως να μην απομονωθεί ο Δημήτρης Λιγνάδης, που στον καθοριστικό ρόλο του Λοπάχιν κατέθεσε μια σπουδαία ερμηνεία: απέδωσε εσωτερικά και μελετημένα τις όψεις και τις εξάρσεις ενός άνθρωπου, όχι βέβαια του «κακού» της υπόθεσης, αλλά αυτού που από outsider της ζωής επιστρέφει ως αφεντικό,χωρίς να τον εξευγενίζει και χωρίς να τον καταδικάζει. Η δε αμήχανη «ερωτική» σκηνή του με την Κόρα Καρβούνη, η οποία επωμίστηκε επίσης επιτυχώς τον ρόλο της ψυχοκόρης Βάριας, ήταν άλλη μία επισφράγιση της πολυδιάστατης ερμηνείας του αλλά και της συνολικής σκηνοθετικής φροντίδας.

* Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή


Πρώτη δημοσίευση: «Αθηνόραμα», 13/12/2018

https://www.athinorama.gr/theatre/article/o_bussinokipos-2532242.html