Το Τέφρα και Σκιά είναι ένα κείμενο πολύ αφαιρετικό, πυκνό και αμφίσημο. Στοιχεία που αποτελούν το χαρακτηριστικό συγγραφικό ιδίωμα του Πίντερ αλλά όχι στη γνώριμη ένταση, ποιότητα και δεξιοτεχνία που συναντώνται σε άλλα έργα του. Το θεατρικό αυτό μοιάζει να είναι ένα παιχνίδι συγγραφικού μινιμαλισμού, ένα πυροτέχνημα μέσα στην Πιντερική δραματουργία. Χωρίς σαφές στίγμα παίρνει πάντα το σχήμα της σκηνοθετικής φόρμας που του επιβάλλεται. Έτσι, το 2001, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Λευτέρη Βογιατζή, επρόκειτο για μια στιβαρή, οξεία και απειλητική παράσταση, με τον αρσενικό δυνάστη απ’ τη μια μεριά και τη θηλυκή ταραγμένη ψυχή απ’ την άλλη να υποφέρει από το βάρος της εκάστοτε εξουσίας του. Το παιχνίδι της κυριαρχίας ήταν εμφανές.
Στη σύγχρονη σκηνοθεσία (Δημήτρης Καραντζάς) η παράσταση κινείται στον αντίποδα της προηγούμενης. Ο άντρας είναι πλήρως υποταγμένος στα λεγόμενα της γυναίκας ήπιος και αβρός ενώ η συγχυτική διανοητική και συναισθηματική κατάσταση της γυναίκας αγγίζει το σημείο της πλήρους αποξένωσης και διαταραχής. Η σχέση τους είναι απονευρωμένη και η υπό πραγμάτευση κατάσταση ασαφής. Μνήμες, πολέμου, παιδομαζώματος, στρατοπέδων συγκέντρωσης, εργοστασίων, μία αστική οικογένεια κτλ. Ψήγματα γεγονότων ατάκτως ερριμμένα, τα οποία η σκηνοθεσία αφήνει επιμελώς στο πάτωμα. Όλα έρπουν υποχθονίως, τίποτα δεν φανερώνεται αυτούσιο. Ούτε συναίσθημα ούτε σκέψη ούτε πράξη. Όλα επικρέμανται.
Η σκηνοθεσία αδυνατεί να δικαιολογήσει σκηνικά την, κατ’ επιλογήν, «ασάφειά» της. Αποτυγχάνει να δώσει το δικό της στίγμα στο έργο, αναλωνόμενη σ’ έναν δεξιοτεχνικό ελιτισμό, εν πολλοίς ως αυτοσκοπό, κι εν τέλει ναρκισσευόμενο. Το αποτέλεσμα είναι μια μη ευκρινής πραγμάτευση -ενός ήδη περιπεπλεγμένου κειμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα σκηνικά πρόσωπα διερχόμενα μέσα από τη σκηνοθετική οπτική μοιάζουν να ακυρώνονται. Ο επιβεβλημένος μινιμαλισμός στερεί την ανθρωπινότητά τους.
Ένας γυμνός σκηνικός τόπος (Ιωάννα Τσάμη), γεμάτος άμμο και μικρά φυτά, υποφωτισμένος από κεριά, τόπος εσωτερικής ερημιάς και υπόμνησης πρότερης αστικής ευημερίας, υπό την επέμβαση αναπάντεχων ήχων (Ανρί Κεργκομάρ) είναι το πεδίο του δράματος. Ο Χρήστος Λούλης (Ντέβλιν) άμεσος, απλός αλλά και φανερά εγκρατής, εσωτερικεύει την ερμηνεία του χωρίς να φτάνει στα άκρα. Χυμοί ρέουν μέσα του. Η Εύα Σαουλίδου (Ρεβέκκα) περισσότερο ψυχρή και αποστασιοποιημένη, υπακούοντας στη σκηνοθετική οδηγία, καθίσταται σκηνικά «απανθρωποποιημένη» -όχι εξαιτίας των βιωμάτων της που προκύπτουν από τη δραματουργία, αλλά – σκηνοθετικώ τω τρόπω. Στερείται δηλαδή την ανθρώπινη διάστασή της κι έτσι υπηρετεί ουσιαστικό απλώς και μόνο ένα αισθητικό ζητούμενο.
Άραγε μια τέτοια παράσταση αγγίζει τον εκάστοτε θεατή; Κι αν ναι, κατορθώνει να τον βγάλει από τη Σκιά και να τον αναγεννήσει από την Τέφρα;
Πρώτη δημοσίευση, περ. «Οδός Πανός», Φεβρουάριος 2016