«Φάουστ» του Γκαίτε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 2015

Ο εμβληματικός μύθος του Φάουστ που από τον 16ο αιώνα κυριαρχεί και στοιχειώνει τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την τέχνη, αποτελεί τη λυδία λίθο για τον επίδοξο σκηνοθέτη του. Πρόκειται για ένα πολυθεματικό και πληθυντικό κείμενο, έμπλεο ερωτημάτων φιλοσοφικής αλλά και αισθητικής φύσεως. Πώς αποδίδεται ο Μεφιστοφελής; Πώς εικονοποιείται η σχέση της ανθρώπινης ύπαρξης με τα «δαιμόνια» του στοχασμού και της σάρκας που την κατατρώγουν; Πώς αποδίδεται η «αθωότητα» ή η απληστία; Πώς επικοινωνείται σκηνικά ο  φιλοσοφικός στοχασμός του Φάουστ: «Εν αρχή ην ο Λόγος; ο Νους; η Ισχύς; η Πράξη;». Προβληματισμοί με τους οποίους αναμετράται ο σκηνοθέτης που επιλέγει να κονταροχτυπηθεί με τον Φάουστ.

Η σκηνοθεσία (Κατερίνα Ευαγγελάτου) φαίνεται ότι υπερβαίνει τους σκοπέλους με συμβατικό τρόπο. Χωρίς μόχθο. Απλώς, αφηγείται σκηνικώ τω τρόπω τον μύθο. Η σκηνική της αφήγηση, όμως, φαντάζει υφολογικά αναποφάσιστη -αντιμετωπίζοντας κάθε σκηνή ως αυτόνομη, μ’ αποτέλεσμα να χάνεται η εσωτερική συνοχή του Φαουστικού υποκειμένου αλλά και της αναγκαιότητας της διαδοχής των εικόνων. Ο Φάουστ και ο Μεφιστοφελής διατρέχουν τη σκηνή ως περιπατητές ή «περαστικοί». Δεν εντάσσονται λειτουργικά στις ομαδικές σκηνές. Η σκηνική κατασκευή (σκηνικά Εύα Μανιδάκη) της αιωρούμενης παραλληλόγραμμης οροφής ως δωμάτιο του Φάουστ που μετασχηματίζεται σε επικλινή πλατφόρμα και δωμάτιο της Μαργαρίτας, λειτουργεί συνεκτικά και αποτελεσματικά. Τα κοστούμια (Βασιλική Σύρμα) χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι φωτισμοί (Ελευθερία Ντεκώ) καίριοι, αποδίδουν την ατμόσφαιρα κάθε σκηνής. Η μουσική σύνθεση (Γιώργος Πούλιος) με ήχους που αρμόζουν στα δρώμενα, ιδιαιτέρως στη Βαλπούργια νύχτα. Η χορογραφία (Πατρίσια Απέργη) πολύ φανερή απομίμηση χορογραφιών του Olivier Dubois (εύκολα προσβάσιμες: you tube, Avignon 2012), αλλά και Maguy Marin (Φεστιβάλ Αθηνών 2015). Η γενικότερη σύλληψη «θυμίζει» επίσης ανάλογες σκηνικές εικόνες από τα χοροθεατρικά του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Το σημαντικότερο, όμως, μειονέκτημα είναι ότι το σύνολο της παράστασης στερείται τη διαύγεια της επιλογής συγκεκριμένου θεματικού προβληματισμού από τον οποίο να προκύπτει η ανάγκη να παρουσιαστεί ως παράσταση ο συγκεκριμένος Φάουστ. Τι έχει φερ’ ειπείν να καταθέσει ένας καλλιτέχνης του 21ου αιώνα για τον Φάουστ; Οι πέντε περίπου αιώνες που μεσολαβούν από τη σύλληψή του έως σήμερα πώς επιδρούν πάνω στο κειμενικό υλικό; Γονιμοποιείται ο Λόγος -η σκέψη και πράξη του Φάουστ ή του Μεφιστοφελή- από την πορεία του Ανθρώπου έκτοτε και πώς; Ερωτήματα πολλά και άλλα που, εν ολίγοις, οφείλουν να διατυπωθούν και να αναδειχθούν στην παράσταση. Διαφορετικά, πρόκειται για «μια ακόμη συμβατική» παράσταση, με ενσωματωμένα μοντερνιστικά στοιχεία. Παρότι, λοιπόν, ο λόγος ακούγεται διάφανος (μτφρ. Σπύρου Ευαγγελάτου) και λαγαρός, ωστόσο διαφεύγει η βαρύτητα του νοήματός του ή μάλλον δεν υπάρχει κέντρο βάρους, πυρήνας ή άξονας. Έτσι, αναπαρίσταται απλώς ο μύθος.

Οι εξαιρετικές ερμηνείες του Νίκου Κουρή (Φάουστ) και του Αργύρη Πανταζάρα (Μεφιστοφελής) σηκώνουν επαξίως όλο το φορτίο στους ώμους τους. Αποτελούν ουσιαστικά τον βασικότερο λόγο για να δει κανείς την παράσταση. Αντιθέτως, η ερμηνεία της Νάνσυς Σιδέρη (Μαργαρίτα) κινείται στον αντίποδα. Άκρως περίτεχνη, επιτηδευμένη, και γλυκερή απόδοση της αθωότητας, χωρίς φυσικότητα, με μονότονη, παιδικότροπη εκφορά λόγου. Εξίσου, σχηματική και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου (Μάρθα). Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Ερρίκος Μηλιάρης, Κλήμης Εμπέογλου, Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Αγησίλαος Μικελάτος) αντεπεξέρχονται ικανοποιητικά στους μικρότερους ρόλους.

Ο Φάουστ είναι μια δύσκολη αναμέτρηση: απαιτεί εμβρίθεια σκέψης και πολλαπλές σκηνοθετικές δεξιότητες ώστε να καταστούν διαχειρίσιμες οι αντιφάσεις της Ύπαρξης. Πρωτίστως, όμως, απαιτεί επιλογή συγκεκριμένης θεματικής και υφολογικής οπτικής, την οποία στερείται η προαναφερθείσα παράσταση.

Πρώτη δημοσίευση: περ. «Οδός Πανός», Φεβρουάριος 2016